Eph Efeslastele, peatükk Pauluse kiri efeslastele, peatükk 2

Tõlked

Two into one

καὶ ἀποκαταλλάξῃαποκαταλλαξη rell ¦ αποκαταλλαξει [10%] τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ (ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ).